Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές – Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση

21 Μαΐου 2026

Του Κυριάκου Κυριαζόπουλου

«Η μεταπτυχιακή εξειδίκευση του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών - Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές» της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

Πρόλογος

Η σύγχρονη νομική επιστήμη διέρχεται μία περίοδο βαθύτατου μετασχηματισμού. Οι κοινωνικές, πολιτικές, τεχνολογικές και πολιτισμικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν αναδείξει ότι το δίκαιο δεν μπορεί πλέον να μελετάται αποκλειστικά ως ένα αυτοτελές σύστημα κανόνων ούτε να ερμηνεύεται αποκλειστικά μέσω των παραδοσιακών δογματικών μεθόδων της νομικής επιστήμης. Η κατανόηση της φύσεως του δικαίου προϋποθέτει την εξέταση των ιστορικών του καταβολών, των φιλοσοφικών του θεμελίων, των κοινωνικών του λειτουργιών, της σχέσεώς του με τη θρησκεία και την κοσμοθεωρία, καθώς και των νέων μορφών ρυθμίσεως που γεννώνται μέσα στην ψηφιακή κοινωνία.

Από αυτήν ακριβώς την επιστημολογική διαπίστωση αναπτύχθηκε διεθνώς ο κλάδος των διεπιστημονικών νομικών σπουδών. Οι διεπιστημονικές νομικές σπουδές δεν αποτελούν μία εναλλακτική μορφή της νομικής επιστήμης ούτε επιδιώκουν να υποκαταστήσουν τη δογματική ανάλυση των θετικών κανόνων δικαίου. Αντιθέτως, επιδιώκουν να διευρύνουν το γνωστικό της πεδίο, να καταστήσουν περισσότερο σύνθετη τη μεθοδολογία της και να επιτρέψουν στον νομικό επιστήμονα να αντιλαμβάνεται το δίκαιο ως ιστορικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και κανονιστικό φαινόμενο.

Το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές» της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη σύγχρονη επιστημονική αντίληψη. Σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό Λειτουργίας του, αντικείμενο του Προγράμματος αποτελεί η εξειδικευμένη καλλιέργεια του γνωστικού αντικειμένου της Θεωρίας Δικαίου και των Διεπιστημονικών Νομικών Σπουδών, το οποίο συγκροτείται από πέντε αλληλένδετα γνωστικά πεδία: την Ιστορία του Δικαίου, τη Φιλοσοφία και Μεθοδολογία του Δικαίου, την Κοινωνιολογία του Δικαίου, το Εκκλησιαστικό Δίκαιο και το Δίκαιο και Πληροφορική. Παράλληλα, ο Κανονισμός καθορίζει ως σκοπό του Προγράμματος τη συστηματική εμβάθυνση, την ανάπτυξη της έρευνας, την καλλιέργεια της κριτικής σκέψεως, την ανάδειξη των κοινωνικών και πολιτιστικών διαστάσεων του δικαίου και την προετοιμασία επιστημόνων υψηλού επιπέδου για την ακαδημαϊκή και επαγγελματική τους εξέλιξη.

Η παρούσα μονογραφία επιδιώκει να αναδείξει τόσο τη θεωρητική φυσιογνωμία του γνωστικού αντικειμένου όσο και το ιδιαίτερο είδος μεταπτυχιακής εξειδικεύσεως που παρέχει το συγκεκριμένο Πρόγραμμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Η Θεωρία Δικαίου ως ενιαίο επιστημονικό πεδίο

Η έννοια της Θεωρίας του Δικαίου υπερβαίνει κατά πολύ την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία η νομική επιστήμη περιορίζεται στην ερμηνεία των θετικών κανόνων. Η θεωρία του δικαίου εξετάζει τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις υπάρξεως του δικαίου, τη φύση της κανονιστικότητας, την έννοια της έννομης τάξεως, τις μορφές παραγωγής του δικαίου, τη σχέση μεταξύ δικαίου και ηθικής, τη λειτουργία των θεσμών και τη μεθοδολογία της νομικής ερμηνείας.

Υπό αυτή την έννοια, η θεωρία του δικαίου δεν αποτελεί έναν επιμέρους κλάδο της νομικής επιστήμης αλλά το γενικό θεωρητικό της θεμέλιο. Όπως η γενική θεωρία της φυσικής δεν υποκαθιστά τους επιμέρους κλάδους της φυσικής, αλλά ερμηνεύει τις κοινές αρχές τους, έτσι και η θεωρία του δικαίου επιδιώκει να αναδείξει τις κοινές δομές που διατρέχουν όλους τους επιμέρους κλάδους της έννομης τάξεως.

Η θεωρία του δικαίου λειτουργεί συγχρόνως ως επιστήμη αυτογνωσίας της ίδιας της νομικής επιστήμης. Αναρωτάται τι σημαίνει «νομικός κανόνας», ποια είναι η έννοια της δεσμευτικότητας, πώς θεμελιώνεται η δικαστική κρίση, ποια είναι τα όρια της ερμηνείας και ποιος είναι ο ρόλος του δικαστή στη διαμόρφωση του δικαίου. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι αφηρημένες φιλοσοφικές ασκήσεις. Αντιθέτως, επηρεάζουν καθημερινά τη λειτουργία των δικαστηρίων, τη νομοθετική διαδικασία και τη νομική επιχειρηματολογία.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η σύγχρονη θεωρία του δικαίου έχει αναπτύξει έντονο διεπιστημονικό χαρακτήρα. Η ερμηνεία των νομικών φαινομένων απαιτεί τη συνεργασία της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της πολιτικής επιστήμης, της οικονομικής επιστήμης, της πληροφορικής και της επιστήμης της θρησκείας. Η νομική επιστήμη δεν χάνει έτσι την αυτονομία της· αντιθέτως, αποκτά βαθύτερη κατανόηση του ίδιου του αντικειμένου της.

Η επιλογή του Π.Μ.Σ. να οργανώσει τη μεταπτυχιακή εκπαίδευση γύρω από πέντε βασικούς γνωστικούς άξονες δεν αποτελεί, συνεπώς, μία απλή διοικητική κατάταξη μαθημάτων. Αντανακλά μία συγκεκριμένη επιστημολογική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η θεωρία του δικαίου συγκροτείται ως σύνθεση πέντε μεγάλων επιστημονικών οπτικών: της ιστορικής, της φιλοσοφικής, της κοινωνιολογικής, της εκκλησιαστικοδικαιικής και της τεχνολογικής. Η ενότητα αυτή αποτυπώνεται τόσο στο γνωστικό αντικείμενο όσο και στους σκοπούς και στα μαθησιακά αποτελέσματα του Προγράμματος, τα οποία αποβλέπουν στην καλλιέργεια σύνθετης επιστημονικής σκέψεως, στην ανάπτυξη πρωτότυπης έρευνας και στη σύνδεση της νομικής θεωρίας με την κοινωνική πραγματικότητα.

Η ενότητα αυτή συνιστά και το ουσιώδες χαρακτηριστικό της μεταπτυχιακής εξειδικεύσεως που παρέχει το Π.Μ.Σ. Δεν πρόκειται για εξειδίκευση σε έναν στενό κλάδο του θετικού δικαίου, αλλά για εξειδίκευση στην επιστημονική κατανόηση του ίδιου του δικαίου ως ιστορικού, φιλοσοφικού, κοινωνικού και θεσμικού φαινομένου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Οι Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές ως σύγχρονο επιστημονικό παράδειγμα

Η έννοια των διεπιστημονικών νομικών σπουδών αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της σύγχρονης νομικής επιστήμης. Καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα η νομική έρευνα οργανώθηκε κυρίως γύρω από τη δογματική ανάλυση του θετικού δικαίου. Η προσέγγιση αυτή υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική για την ερμηνεία και τη συστηματοποίηση των κανόνων δικαίου, δεν μπορούσε όμως πάντοτε να απαντήσει σε βαθύτερα ερωτήματα που αφορούσαν την προέλευση των θεσμών, τη λειτουργία των κανόνων μέσα στην κοινωνία, τις σχέσεις του δικαίου με την ηθική, τη θρησκεία, την οικονομία, την τεχνολογία και τον πολιτισμό.

Η διεπιστημονική προσέγγιση αναπτύχθηκε ακριβώς για να καλύψει αυτό το επιστημονικό κενό. Δεν απορρίπτει τη δογματική νομική ανάλυση, αλλά τη συμπληρώνει, θεωρώντας ότι κάθε νομικός κανόνας αποτελεί ταυτόχρονα ιστορικό δημιούργημα, κοινωνικό θεσμό, πολιτισμικό προϊόν, φιλοσοφική κατασκευή και τεχνολογικό εργαλείο οργανώσεως της κοινωνικής ζωής.

Η διεπιστημονικότητα, επομένως, δεν σημαίνει απλή παράθεση γνώσεων από διαφορετικές επιστήμες. Σημαίνει ενιαία επιστημονική σύνθεση. Η ιστορία εξηγεί την προέλευση των θεσμών. Η φιλοσοφία ερμηνεύει τις έννοιες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ισότητας. Η κοινωνιολογία αναλύει τον τρόπο με τον οποίο οι κανόνες λειτουργούν μέσα στην κοινωνία. Το εκκλησιαστικό δίκαιο εξετάζει τη σχέση του κράτους με τη θρησκευτική ελευθερία και τις θρησκευτικές κοινότητες. Το δίκαιο και πληροφορική αναδεικνύει τις νέες προκλήσεις που δημιουργεί η ψηφιακή κοινωνία.

Το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης υιοθετεί ακριβώς αυτή την ολοκληρωμένη αντίληψη. Ο Κανονισμός του δεν αντιμετωπίζει τα πέντε γνωστικά αντικείμενα ως ανεξάρτητες ειδικεύσεις αλλά ως αλληλοσυμπληρούμενες όψεις ενός ενιαίου επιστημονικού αντικειμένου, της Θεωρίας Δικαίου και των Διεπιστημονικών Νομικών Σπουδών. Η επιλογή αυτή αποτυπώνει μία σύγχρονη επιστημολογική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία ο ερευνητής δεν εξειδικεύεται απομονωμένα σε έναν μόνο κλάδο, αλλά αποκτά ολοκληρωμένη θεωρητική συγκρότηση, ικανή να του επιτρέψει να προσεγγίζει σύνθετα νομικά προβλήματα με περισσότερες από μία μεθοδολογικές οπτικές.

Η διεπιστημονική αυτή εκπαίδευση ενισχύεται περαιτέρω από τους σκοπούς του Προγράμματος, οι οποίοι περιλαμβάνουν την προαγωγή της πρωτότυπης έρευνας, την ανάπτυξη της κριτικής σκέψεως, την αξιοποίηση διαφορετικών επιστημονικών μεθόδων, τη σύνδεση του δικαίου με την κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα, καθώς και την προετοιμασία επιστημόνων ικανών να συμβάλλουν τόσο στην ακαδημαϊκή έρευνα όσο και στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής.

Η επιλογή αυτή διαφοροποιεί ουσιωδώς το συγκεκριμένο Π.Μ.Σ. από μεταπτυχιακά προγράμματα που οργανώνονται γύρω από έναν επιμέρους κλάδο του θετικού δικαίου. Η εξειδίκευση δεν αφορά αποκλειστικά το αστικό, το δημόσιο ή το ποινικό δίκαιο, αλλά το επίπεδο των γενικών θεωρητικών προϋποθέσεων της νομικής επιστήμης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα ενιαίο πεδίο προηγμένων θεωρητικών σπουδών, το οποίο μπορεί να υποστηρίξει τόσο τη μελλοντική διδακτορική έρευνα όσο και την επιστημονική ενασχόληση με κάθε επιμέρους κλάδο της νομικής επιστήμης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Η Ιστορία του Δικαίου ως θεμέλιο της θεωρητικής συγκρότησης του νομικού επιστήμονα

Η πρώτη μεγάλη συνιστώσα του γνωστικού αντικειμένου του Προγράμματος είναι η Ιστορία του Δικαίου. Η θέση της δεν είναι τυχαία. Η ιστορική γνώση αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση κάθε σύγχρονου νομικού θεσμού.

Το δίκαιο δεν δημιουργείται σε ιστορικό κενό. Κάθε έννομη τάξη αποτελεί προϊόν μακράς εξελίξεως, κατά την οποία θεσμοί, έννοιες και ερμηνευτικές μέθοδοι διαμορφώνονται σταδιακά μέσα από κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές μεταβολές. Ο νομικός που αγνοεί την ιστορική εξέλιξη των θεσμών περιορίζεται στην περιγραφή του ισχύοντος κανόνα χωρίς να μπορεί να κατανοήσει τη λογική που οδήγησε στη διαμόρφωσή του.

Η Ιστορία του Δικαίου παρέχει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα. Δεν περιορίζεται στη χρονολογική καταγραφή νομοθετημάτων ούτε στην περιγραφή αρχαίων θεσμών. Αντικείμενό της είναι η ιστορική εξέλιξη των νομικών εννοιών, η μεταβολή των πηγών του δικαίου, η διαμόρφωση των μορφών δικαστικής οργανώσεως, η ιστορική εξέλιξη της ερμηνείας του δικαίου και η σταδιακή συγκρότηση της νομικής επιστήμης.

Ο ισχύων Κανονισμός του Π.Μ.Σ. περιγράφει με ιδιαίτερη σαφήνεια τον παιδαγωγικό στόχο του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές καλούνται να γνωρίσουν τους βασικούς θεσμούς της ελληνικής και της ρωμαϊκής αρχαιότητας, να συγκρίνουν τις δύο έννομες τάξεις και να αξιολογήσουν την επίδρασή τους στη σύγχρονη νομική σκέψη. Η επιλογή αυτή δεν αποσκοπεί στη δημιουργία ιστορικών του δικαίου με στενή έννοια, αλλά στην ανάπτυξη ιστορικής συνειδήσεως ως αναγκαίου στοιχείου της θεωρητικής συγκροτήσεως κάθε νομικού επιστήμονα.

Η σύντομη περιγραφή των μαθημάτων του Κανονισμού αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τη θεωρητική φυσιογνωμία του Προγράμματος. Η διδασκαλία βασίζεται στην επεξεργασία πρωτογενών πηγών, όπως δικανικοί λόγοι, επιγραφές, πάπυροι, ιστοριογραφικά, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά κείμενα. Η μελέτη των πηγών αυτών επιτρέπει την ανασύνθεση όχι μόνο των κανόνων δικαίου αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο αυτοί λειτούργησαν. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη λειτουργία των πολιτειακών θεσμών, στην απονομή της δικαιοσύνης, στην παραγωγή του δικαίου, στις συναλλακτικές σχέσεις, στο οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο, καθώς και στις πρώτες μορφές νομικής ερμηνείας.

Η ιστορική αυτή προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της θεωρίας δικαίου, διότι επιτρέπει την κατανόηση της ιστορικότητας των ίδιων των νομικών εννοιών. Έννοιες όπως η ιδιοκτησία, η σύμβαση, η κυριαρχία, η δημόσια εξουσία, η δικαιοσύνη ή η προσωπικότητα δεν αποτελούν διαχρονικές και αμετάβλητες κατηγορίες. Αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Η θεωρία του δικαίου δεν μπορεί συνεπώς να κατανοηθεί χωρίς τη συνεχή αναφορά στην ιστορική εξέλιξη των θεσμών.

Η Ιστορία του Δικαίου λειτουργεί έτσι ως το πρώτο και αναγκαίο θεμέλιο της μεταπτυχιακής εξειδικεύσεως του Π.Μ.Σ. Διδάσκει στον νέο ερευνητή ότι το ισχύον δίκαιο αποτελεί πάντοτε μία στιγμή μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορικής πορείας και ότι η επιστημονική κατανόηση της έννομης τάξεως απαιτεί ιστορική προοπτική, συγκριτική σκέψη και διαρκή αναφορά στις πηγές του νομικού πολιτισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
Η Φιλοσοφία και Μεθοδολογία του Δικαίου ως πυρήνας της Θεωρίας του Δικαίου

Εάν η Ιστορία του Δικαίου εξηγεί από πού προέρχονται οι νομικοί θεσμοί, η Φιλοσοφία και Μεθοδολογία του Δικαίου επιχειρεί να απαντήσει στο βαθύτερο ερώτημα γιατί οι θεσμοί αυτοί υπάρχουν, ποια είναι η κανονιστική τους θεμελίωση και με ποιον τρόπο μπορούν να ερμηνευθούν ορθολογικά. Για τον λόγο αυτόν, η φιλοσοφία του δικαίου αποτελεί τον πυρήνα κάθε προγράμματος θεωρητικών νομικών σπουδών.

Η νομική επιστήμη δεν περιορίζεται στην περιγραφή του ισχύοντος δικαίου. Κάθε ερμηνεία ενός κανόνα ενσωματώνει μία αντίληψη για τη δικαιοσύνη, για τη δεσμευτικότητα του δικαίου, για τη σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας, για τον ρόλο του δικαστή και για τα όρια της ερμηνείας. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι πάντοτε εμφανείς, αποτελούν όμως το θεωρητικό υπόβαθρο κάθε νομικής κρίσεως.

Η φιλοσοφία του δικαίου αναλαμβάνει ακριβώς την ανάλυση αυτών των προϋποθέσεων. Εξετάζει τη φύση της έννομης τάξεως, την έννοια του δικαιικού κανόνα, τη σχέση δικαίου και ηθικής, τη διάκριση μεταξύ θετικού και φυσικού δικαίου, την έννοια των θεμελιωδών δικαιωμάτων, την ιδέα της ισότητας, της ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Παράλληλα, διερευνά τις διαφορετικές σχολές της θεωρίας του δικαίου, από τον νομικό θετικισμό μέχρι τον θεσμισμό, τον ερμηνευτισμό, τον πραγματισμό και τις σύγχρονες θεωρίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η μεθοδολογία του δικαίου αποτελεί το δεύτερο αναγκαίο σκέλος αυτής της θεωρητικής συγκροτήσεως. Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς ποιοι είναι οι κανόνες δικαίου· πρέπει να γνωρίζει και πώς ερμηνεύονται. Η νομική ερμηνεία δεν είναι μία αυθαίρετη διανοητική δραστηριότητα αλλά οργανώνεται μέσω συγκεκριμένων μεθόδων, αρχών και κανόνων λογικής συγκροτήσεως. Η γραμματική, η συστηματική, η τελεολογική και η ιστορική ερμηνεία αποτελούν μόνο ένα μέρος της μεθοδολογίας. Στη σύγχρονη θεωρία του δικαίου η μεθοδολογία περιλαμβάνει ακόμη τη θεωρία της νομικής επιχειρηματολογίας, τη θεωρία της στάθμισης, τη θεωρία των αρχών, τη λογική της δικαστικής αιτιολογίας και τις σύγχρονες μορφές πρακτικού συλλογισμού.

Ο Κανονισμός του Π.Μ.Σ. αποτυπώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια αυτή τη διττή αποστολή του μαθήματος. Στα μαθησιακά αποτελέσματα προβλέπεται ότι οι φοιτητές θα είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τις βασικές αρχές της νομικής επιστήμης, να εφαρμόζουν νομικούς συλλογισμούς και μεθοδολογίες στη διατύπωση ορθολογικών νομικών κρίσεων και να συνθέτουν επιχειρήματα υπέρ της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συνδυάζοντας νομικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις της δικαιοσύνης.

Η περιγραφή του μαθήματος επιβεβαιώνει ακόμη περισσότερο τον θεωρητικό χαρακτήρα του. Αντικείμενο διδασκαλίας αποτελούν η νομική ως επιστήμη, η ορθότητα των νομικών κρίσεων, η νομική γλώσσα, ο νομικός συλλογισμός, η κριτική των δικαστικών αποφάσεων, η θεωρητική θεμελίωση της προστασίας της φύσεως και του έμβιου κόσμου, οι αρχές της δικαιοσύνης και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεν πρόκειται επομένως για διδασκαλία επιμέρους κανόνων αλλά για εκπαίδευση στη θεωρητική κατανόηση της ίδιας της νομικής σκέψεως.

Η σημασία της φιλοσοφικής και μεθοδολογικής εκπαιδεύσεως γίνεται ακόμη μεγαλύτερη στη σύγχρονη έννομη τάξη, όπου ο δικαστής, ο νομοθέτης και ο νομικός σύμβουλος καλούνται καθημερινά να επιλύσουν συγκρούσεις μεταξύ θεμελιωδών δικαιωμάτων, να αντιμετωπίσουν νέα τεχνολογικά φαινόμενα και να ερμηνεύσουν γενικές ρήτρες και αόριστες νομικές έννοιες. Η ορθή αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της απομνημονεύσεως της νομοθεσίας. Απαιτεί θεωρητική συγκρότηση, λογική συνέπεια και μεθοδολογική ακρίβεια.

Η μεταπτυχιακή εξειδίκευση που παρέχει το Π.Μ.Σ. στον τομέα αυτό συνίσταται ακριβώς στην ανάπτυξη ώριμης θεωρητικής κρίσεως. Ο απόφοιτος δεν αποκτά απλώς γνώσεις φιλοσοφίας του δικαίου· αποκτά την ικανότητα να αναλύει, να αξιολογεί και να θεμελιώνει επιστημονικά τις νομικές του θέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
Η Κοινωνιολογία του Δικαίου και η κατανόηση του δικαίου ως κοινωνικού θεσμού

Η θεωρία του δικαίου δεν ολοκληρώνεται ούτε με την ιστορική ούτε με τη φιλοσοφική προσέγγιση. Το δίκαιο δεν είναι μόνο ιστορικό δημιούργημα ούτε μόνο σύστημα λογικών κανόνων. Είναι συγχρόνως κοινωνικός θεσμός.

Η Κοινωνιολογία του Δικαίου εξετάζει ακριβώς αυτή τη διάσταση. Ερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι κανόνες δικαίου γεννώνται μέσα στην κοινωνία, επηρεάζουν τις κοινωνικές σχέσεις και, ταυτόχρονα, μεταβάλλονται από τις ίδιες τις κοινωνικές εξελίξεις.

Η κοινωνιολογική θεώρηση διαφοροποιείται από τη δογματική νομική ανάλυση. Η τελευταία ερωτά εάν ένας κανόνας είναι έγκυρος και πώς πρέπει να ερμηνευθεί. Η κοινωνιολογία του δικαίου ερωτά γιατί δημιουργήθηκε ο συγκεκριμένος κανόνας, ποια κοινωνικά συμφέροντα εξυπηρετεί, πώς εφαρμόζεται στην πράξη, ποια είναι η πραγματική αποτελεσματικότητά του και ποιες κοινωνικές μεταβολές προκαλεί.

Μέσα από αυτή την οπτική καθίσταται εμφανές ότι το δίκαιο αποτελεί μορφή κοινωνικής οργανώσεως. Δεν υπάρχει αποκομμένο από την κοινωνία. Η λειτουργία των δικαστηρίων, η απονομή της δικαιοσύνης, η συμμόρφωση προς τους κανόνες, η κοινωνική αποδοχή της νομοθεσίας και η εξέλιξη των θεσμών εξαρτώνται πάντοτε από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Ο Κανονισμός του Π.Μ.Σ. αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη επιστημονική διάσταση. Στα μαθησιακά αποτελέσματα προβλέπεται ότι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές θα είναι σε θέση να κατανοούν τις βασικές κοινωνιολογικές θεωρίες, να εξηγούν το δίκαιο ως κοινωνικό φαινόμενο και να αξιολογούν τον ρόλο του στη διαχείριση κοινωνικών αποκλίσεων και στις διαδικασίες της παγκοσμιοποιήσεως.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περιγραφή των μαθημάτων. Η ύλη δεν περιορίζεται στη γενική κοινωνιολογική θεωρία αλλά εκτείνεται σε ζητήματα διαπραγματεύσεων, οικονομικής κρίσεως, παγκοσμιοποιήσεως, σχέσεων δικαίου και οικονομίας, ισότητας των φύλων, κοινωνικής παρεκκλίσεως, εγκλήματος και τιμωρίας, δικαίου και πολιτισμού, βιοηθικής, μεταμοσχεύσεων, μειονοτήτων, μεταναστεύσεως, προσφυγικού ζητήματος, εθνικής ιδεολογίας και κράτους. Η θεματολογία αυτή αποδεικνύει ότι η κοινωνιολογία του δικαίου λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ της νομικής επιστήμης και των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων της εποχής.

Η κοινωνιολογική διάσταση της θεωρίας του δικαίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την επιστημονική κατάρτιση των μεταπτυχιακών φοιτητών. Ο ερευνητής μαθαίνει να μην αντιμετωπίζει το δίκαιο ως ένα αυτάρκες λογικό σύστημα αλλά ως μηχανισμό κοινωνικής ρυθμίσεως, ο οποίος αλληλεπιδρά συνεχώς με την οικονομία, την πολιτική, την εκπαίδευση, την τεχνολογία, τον πολιτισμό και τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές αξίες.

Η συμβολή της Κοινωνιολογίας του Δικαίου στη μεταπτυχιακή εξειδίκευση του Π.Μ.Σ. είναι συνεπώς καθοριστική. Διαμορφώνει νομικούς επιστήμονες που μπορούν να συνδέουν τη θεωρητική γνώση με την πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και να προσεγγίζουν τα νομικά προβλήματα όχι μόνο από κανονιστική αλλά και από εμπειρική και κοινωνιολογική σκοπιά.

Η ολοκλήρωση της ιστορικής, φιλοσοφικής και κοινωνιολογικής εκπαιδεύσεως συγκροτεί ήδη μία ολοκληρωμένη θεωρητική βάση. Ωστόσο, η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του συγκεκριμένου Π.Μ.Σ. αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο από τους δύο τελευταίους πυλώνες του γνωστικού αντικειμένου, δηλαδή το Εκκλησιαστικό Δίκαιο και το Δίκαιο και Πληροφορική, οι οποίοι προσδίδουν στο πρόγραμμα τη χαρακτηριστική του διεπιστημονική πληρότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
Το Εκκλησιαστικό Δίκαιο (ή το Δίκαιο της Θρησκείας και της Κοσμοθεωρίας) ως αναπόσπαστο στοιχείο της Θεωρίας του Δικαίου

Η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών αναδεικνύεται με ιδιαίτερη σαφήνεια από την ένταξη του Εκκλησιαστικού Δικαίου μεταξύ των πέντε βασικών πυλώνων του γνωστικού αντικειμένου. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί απλή διατήρηση μιας ιστορικής πανεπιστημιακής παραδόσεως ούτε περιορίζεται στη μελέτη της οργανώσεως των θρησκευτικών κοινοτήτων. Αντιθέτως, αντανακλά τη σύγχρονη αντίληψη ότι η θεωρία του δικαίου δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως χωρίς την εξέταση της σχέσεως μεταξύ έννομης τάξεως, θρησκευτικής ελευθερίας, κοσμοθεωρητικού πλουραλισμού και πολιτισμικής ταυτότητας.

Το Εκκλησιαστικό Δίκαιο αποτελεί σήμερα έναν ευρύτερο επιστημονικό χώρο, ο οποίος διεθνώς περιγράφεται ολοένα συχνότερα ως Δίκαιο της Θρησκείας ή ακόμη και ως Δίκαιο της Θρησκείας και της Κοσμοθεωρίας. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς ορολογική. Αντανακλά τη μετάβαση από την παραδοσιακή μελέτη των σχέσεων κράτους και εκκλησιών στη συνολική μελέτη της θρησκευτικής και κοσμοθεωρητικής ελευθερίας μέσα σε μία πλουραλιστική δημοκρατική κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτό, η συγκεκριμένη επιστήμη δεν περιορίζεται στη μελέτη της Ορθόδοξης Εκκλησίας ή των εκκλησιαστικών θεσμών. Αντικείμενό της αποτελεί το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τη θρησκευτική ελευθερία, τη συλλογική αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων, την ισότητα όλων των θρησκειών και κοσμοθεωρήσεων, τη σχέση του κράτους με τις οργανωμένες μορφές θρησκευτικής ζωής, καθώς και τη νομολογία των εθνικών και διεθνών δικαστηρίων επί ζητημάτων ελευθερίας συνειδήσεως.

Η ένταξη του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου στη Θεωρία Δικαίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι οι σχέσεις δικαίου και θρησκείας αποτελούν έναν από τους ιστορικότερους χώρους μέσα στους οποίους διαμορφώθηκαν οι έννοιες της ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ανεκτικότητας, της ισότητας και της θεσμικής αυτονομίας. Πλήθος θεμελιωδών νομικών εννοιών, που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες μέσα στο συνταγματικό κράτος δικαίου, έχουν διαμορφωθεί μέσα από αιώνες διαλόγου και συγκρούσεως μεταξύ κρατικής και θρησκευτικής εξουσίας.

Η θεωρητική προσέγγιση του αντικειμένου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στη σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία. Τα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας δεν αφορούν πλέον αποκλειστικά τις σχέσεις κράτους και παραδοσιακών εκκλησιών. Αφορούν επίσης τις νέες θρησκευτικές κοινότητες, τις φιλοσοφικές και ανθρωπιστικές κοσμοθεωρίες, την προστασία της θρησκευτικής διαφορετικότητας, τις συγκρούσεις μεταξύ ελευθερίας εκφράσεως και προστασίας των θρησκευτικών πεποιθήσεων, καθώς και τη διαμόρφωση ουδέτερων δημοσίων θεσμών.

Ο Κανονισμός του Π.Μ.Σ. αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη σύγχρονη θεώρηση. Ως μαθησιακά αποτελέσματα προβλέπει ότι οι φοιτητές θα είναι σε θέση να περιγράφουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας στην ελληνική και διεθνή έννομη τάξη, να εφαρμόζουν τη σχετική νομοθεσία με αναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και να συνθέτουν νομικά επιχειρήματα για τη ρύθμιση των σχέσεων κράτους και θρησκευτικών κοινοτήτων μέσα από συγκριτική ανάλυση των εθνικών και διεθνών ρυθμίσεων. Δεν πρόκειται επομένως για μία στενή διδασκαλία εκκλησιαστικών θεσμών αλλά για ολοκληρωμένη θεωρητική και συγκριτική εκπαίδευση στο δίκαιο της θρησκευτικής ελευθερίας.

Η θέση του Εκκλησιαστικού Δικαίου μέσα στο Π.Μ.Σ. αποκτά έτσι ευρύτερη θεωρητική σημασία. Αποτελεί το πεδίο μέσα από το οποίο ο μεταπτυχιακός φοιτητής μαθαίνει να προσεγγίζει ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων, συνταγματικής θεωρίας, διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεσμικού πλουραλισμού, εντάσσοντάς τα στη γενικότερη θεωρία του δικαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
Το Δίκαιο και Πληροφορική ως νέα διάσταση της Θεωρίας του Δικαίου

Ο πέμπτος πυλώνας του γνωστικού αντικειμένου του Προγράμματος αποδεικνύει ότι η θεωρία του δικαίου δεν αποτελεί αποκλειστικά επιστήμη του παρελθόντος ή της ιστορικής εξελίξεως των θεσμών. Αντιθέτως, καλείται να ερμηνεύσει και τα πλέον σύγχρονα φαινόμενα που δημιουργούνται από την τεχνολογική εξέλιξη.

Το Δίκαιο και Πληροφορική δεν είναι απλώς εφαρμογή της πληροφορικής στη νομική πράξη. Πρόκειται για ιδιαίτερο επιστημονικό πεδίο που εξετάζει τον μετασχηματισμό της έννομης τάξεως υπό την επίδραση των ψηφιακών τεχνολογιών. Η ανάπτυξη του διαδικτύου, των ηλεκτρονικών συναλλαγών, της προστασίας προσωπικών δεδομένων, της κυβερνοασφάλειας, των ψηφιακών αποδεικτικών μέσων, των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του κράτους και των νέων μορφών ψηφιακής επικοινωνίας δημιουργεί συνεχώς νέα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα.

Η σημασία του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου για τη θεωρία του δικαίου είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Η ψηφιακή εποχή θέτει εκ νέου θεμελιώδη ερωτήματα για την έννοια της ιδιωτικότητας, της προσωπικότητας, της συναίνεσης, της ασφάλειας δικαίου, της ηλεκτρονικής αποδείξεως, της ευθύνης και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι παραδοσιακές νομικές έννοιες καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον το οποίο μεταβάλλεται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς.

Ο Κανονισμός του Π.Μ.Σ. αντιμετωπίζει το γνωστικό αυτό αντικείμενο ως οργανικό στοιχείο της θεωρίας του δικαίου και όχι ως καθαρά τεχνικό μάθημα. Στα μαθησιακά αποτελέσματα προβλέπεται ότι οι φοιτητές θα αποκτούν γνώση των βασικών ρυθμίσεων για την προστασία των ψηφιακών αγαθών και των προσωπικών δεδομένων, θα εφαρμόζουν το δίκαιο των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε πρακτικές περιπτώσεις και θα αναλύουν τις επιπτώσεις της προστασίας των δεδομένων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων ζητημάτων όπως η ψηφιακή μνήμη και η λήθη.

Η επιλογή αυτή αποκαλύπτει μία βαθύτερη θεωρητική αντίληψη. Το δίκαιο της ψηφιακής κοινωνίας δεν αντιμετωπίζεται ως αποσπασματικός τεχνικός κλάδος αλλά ως χώρος στον οποίο δοκιμάζονται εκ νέου όλες οι βασικές έννοιες της θεωρίας του δικαίου. Η έννοια του προσώπου, της ιδιωτικής ζωής, της ελευθερίας εκφράσεως, της ευθύνης, της έννομης προστασίας και της κρατικής ρυθμίσεως αποκτούν νέο περιεχόμενο μέσα στην ψηφιακή πραγματικότητα.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η παρουσία του Δικαίου και Πληροφορικής στο Π.Μ.Σ. δεν αποτελεί προσθήκη ενός ακόμη μαθήματος αλλά ολοκλήρωση της θεωρητικής φυσιογνωμίας του Προγράμματος. Με την Ιστορία του Δικαίου μελετάται το παρελθόν της έννομης τάξεως. Με τη Φιλοσοφία του Δικαίου αναλύονται τα θεωρητικά της θεμέλια. Με την Κοινωνιολογία του Δικαίου εξετάζεται η κοινωνική της λειτουργία. Με το Εκκλησιαστικό Δίκαιο αναδεικνύεται η σχέση της με τη θρησκευτική και κοσμοθεωρητική ελευθερία. Με το Δίκαιο και Πληροφορική ερμηνεύονται οι νέες μορφές της έννομης τάξεως στον ψηφιακό κόσμο.

Η διάρθρωση αυτή καθιστά εμφανές ότι το Π.Μ.Σ. συγκροτεί ένα ενιαίο θεωρητικό οικοδόμημα και όχι μία απλή συνάθροιση πέντε ανεξάρτητων μαθημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
Η ενότητα των πέντε γνωστικών αντικειμένων και η συγκρότηση της σύγχρονης Θεωρίας του Δικαίου

Η παρουσία των πέντε γνωστικών αντικειμένων στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα ιστορικής συγκυρίας ούτε ως διοικητική επιλογή που αποσκοπεί στην απλή εκπροσώπηση διαφορετικών επιστημονικών περιοχών. Αντιθέτως, αντανακλά μία συγκεκριμένη θεωρητική αντίληψη για τη δομή της ίδιας της νομικής επιστήμης. Το Π.Μ.Σ. οργανώνεται γύρω από την παραδοχή ότι η Θεωρία του Δικαίου δεν αποτελεί έναν ακόμη κλάδο του δικαίου, αλλά το σημείο στο οποίο συναντώνται όλες οι μεγάλες οριζόντιες επιστήμες της νομικής.

Η Ιστορία του Δικαίου προσφέρει τη χρονική διάσταση του δικαίου. Η Φιλοσοφία και Μεθοδολογία του Δικαίου προσφέρει τη λογική και κανονιστική του θεμελίωση. Η Κοινωνιολογία του Δικαίου αναδεικνύει τη λειτουργία του μέσα στην κοινωνία. Το Εκκλησιαστικό Δίκαιο ή, υπό τη σύγχρονη ορολογία, το Δίκαιο της Θρησκείας και της Κοσμοθεωρίας, εξετάζει τις σχέσεις της έννομης τάξεως με τον θρησκευτικό και κοσμοθεωρητικό πλουραλισμό. Το Δίκαιο και Πληροφορική μελετά τη μετάβαση της έννομης τάξεως στην ψηφιακή εποχή. Καθένα από αυτά τα γνωστικά αντικείμενα φωτίζει διαφορετική διάσταση του ίδιου φαινομένου, δηλαδή του δικαίου ως κανονιστικού συστήματος οργανώσεως της κοινωνικής ζωής.

Η ενότητα αυτή καθιστά το Πρόγραμμα ιδιαίτερα συνεκτικό από επιστημολογικής απόψεως. Ο μεταπτυχιακός φοιτητής δεν μετακινείται από ένα απομονωμένο γνωστικό αντικείμενο σε ένα άλλο. Αντιθέτως, οικοδομεί σταδιακά μία ενιαία θεωρητική αντίληψη, μέσα στην οποία κάθε επιστήμη λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις υπόλοιπες. Η ιστορική γνώση επιτρέπει την κατανόηση της φιλοσοφικής εξελίξεως των θεσμών. Η φιλοσοφική ανάλυση ερμηνεύει τις κοινωνιολογικές λειτουργίες του δικαίου. Η κοινωνιολογική θεώρηση βοηθεί στην κατανόηση των προβλημάτων της θρησκευτικής ελευθερίας και της ψηφιακής κοινωνίας. Η μελέτη των νέων τεχνολογιών, τέλος, επαναφέρει όλα τα κλασικά ερωτήματα της θεωρίας του δικαίου υπό νέες μορφές.

Η διεπιστημονικότητα αποκτά έτσι ουσιαστικό και όχι απλώς περιγραφικό περιεχόμενο. Δεν συνίσταται στην παράλληλη διδασκαλία πέντε μαθημάτων αλλά στην οργανική σύνδεσή τους μέσω κοινών θεωρητικών ερωτημάτων. Η έννοια της δικαιοσύνης, της ισότητας, της ελευθερίας, της ευθύνης, της θεσμικής αυτονομίας, της ερμηνείας, της νομιμότητας και της προστασίας των δικαιωμάτων διατρέχει όλα τα γνωστικά αντικείμενα του Προγράμματος, αποκτώντας κάθε φορά διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η Θεωρία Δικαίου λειτουργεί ως επιστήμη ολοκληρώσεως της νομικής γνώσεως. Ο ερευνητής που έχει αποκτήσει αυτή τη θεωρητική συγκρότηση μπορεί να κινηθεί με μεγαλύτερη ευχέρεια μεταξύ διαφορετικών κλάδων του δικαίου, να αξιοποιήσει ιστορικά, φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και συγκριτικά επιχειρήματα και να αντιμετωπίσει σύνθετα επιστημονικά προβλήματα με μεθοδολογική συνέπεια.

Η φυσιογνωμία αυτή ανταποκρίνεται πλήρως και στους σκοπούς που διατυπώνει ο Κανονισμός του Προγράμματος. Η προαγωγή της γνώσεως και της έρευνας, η ανάπτυξη πρωτότυπης επιστημονικής σκέψεως, η αξιοποίηση διαφορετικών επιστημονικών μεθόδων, η σύνδεση του δικαίου με την κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα, η υποστήριξη της συμμετοχής των φοιτητών στην έρευνα και η προετοιμασία επιστημόνων υψηλού επιπέδου αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας επιστημονικής φιλοσοφίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
Η μεταπτυχιακή εξειδίκευση που παρέχει το Π.Μ.Σ.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ανακύπτουν κατά την παρουσίαση του Προγράμματος αφορά το ακριβές περιεχόμενο της μεταπτυχιακής εξειδικεύσεως που αυτό παρέχει. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προκύπτει άμεσα από τον ίδιο τον Κανονισμό του.

Το Πρόγραμμα δεν οργανώνεται σε επιμέρους κατευθύνσεις ούτε απονέμει διαφορετικούς τίτλους σπουδών ανά γνωστικό αντικείμενο. Αντιθέτως, απονέμει ενιαίο Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών με τίτλο «Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές» και ορίζει ρητώς ότι το Π.Μ.Σ. δεν έχει ειδικεύσεις. Η ρύθμιση αυτή έχει ιδιαίτερη επιστημονική σημασία.

Η απουσία επιμέρους ειδικεύσεων δεν σημαίνει απουσία εξειδικεύσεως. Αντιθέτως, σημαίνει ότι η εξειδίκευση είναι ενιαία και αφορά το συνολικό γνωστικό αντικείμενο της Θεωρίας Δικαίου και των Διεπιστημονικών Νομικών Σπουδών. Ο απόφοιτος δεν εξειδικεύεται αποκλειστικά στην Ιστορία του Δικαίου, ούτε αποκλειστικά στη Φιλοσοφία, ούτε αποκλειστικά στην Κοινωνιολογία, στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο ή στο Δίκαιο και Πληροφορική. Εξειδικεύεται στη σύνθεση όλων αυτών των επιστημονικών πεδίων.

Η επιλογή αυτή διαφοροποιεί ουσιωδώς το συγκεκριμένο Π.Μ.Σ. από πολλά μεταπτυχιακά προγράμματα τα οποία οργανώνονται γύρω από έναν μόνο κλάδο του θετικού δικαίου. Το αντικείμενο της εξειδικεύσεως δεν είναι κάποιος επιμέρους τομέας της νομοθεσίας αλλά η θεωρητική υποδομή της ίδιας της νομικής επιστήμης.

Από ακαδημαϊκή άποψη, πρόκειται για μία εξειδίκευση υψηλού επιπέδου. Ο μεταπτυχιακός φοιτητής αποκτά ερευνητικές δεξιότητες, μεθοδολογική κατάρτιση, ικανότητα σύνθεσης διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων και δυνατότητα παραγωγής πρωτότυπης επιστημονικής γνώσης. Η εκπαίδευση αυτή τον καθιστά ικανό να συνεχίσει σε διδακτορικές σπουδές, να συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα, να διδάσκει θεωρητικά γνωστικά αντικείμενα της νομικής επιστήμης ή να αξιοποιεί τη θεωρητική του κατάρτιση κατά την άσκηση οποιουδήποτε νομικού επαγγέλματος.

Η δομή του ίδιου του προγράμματος σπουδών υπηρετεί αυτήν ακριβώς τη φιλοσοφία. Κατά το πρώτο και δεύτερο εξάμηνο οι φοιτητές επιλέγουν τέσσερα από τα πέντε προσφερόμενα μαθήματα σε κάθε εξάμηνο, ενώ το τρίτο εξάμηνο αφιερώνεται αποκλειστικά στη συγγραφή μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας. Με τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ της οργανωμένης διδασκαλίας και της πρωτότυπης επιστημονικής έρευνας.

Η υποχρεωτική εκπόνηση μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου. Η Θεωρία Δικαίου είναι κατεξοχήν ερευνητική επιστήμη. Η πραγματική εξειδίκευση δεν ολοκληρώνεται μόνο μέσω της παρακολουθήσεως μαθημάτων αλλά κυρίως μέσω της παραγωγής πρωτότυπης επιστημονικής εργασίας, στην οποία ο φοιτητής καλείται να εφαρμόσει συνθετικά όλες τις μεθοδολογικές δεξιότητες που απέκτησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του.

Η μεταπτυχιακή εξειδίκευση του Προγράμματος πρέπει συνεπώς να περιγραφεί ως ενιαία εξειδίκευση στη Θεωρία Δικαίου και στις Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές, με ισόρροπη αξιοποίηση της Ιστορίας του Δικαίου, της Φιλοσοφίας και Μεθοδολογίας του Δικαίου, της Κοινωνιολογίας του Δικαίου, του Εκκλησιαστικού Δικαίου (ή Δικαίου της Θρησκείας και της Κοσμοθεωρίας) και του Δικαίου και Πληροφορικής. Η ενότητα αυτή αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της φυσιογνωμίας του Προγράμματος και το στοιχείο που το διαφοροποιεί από κάθε άλλη μορφή μεταπτυχιακής νομικής εκπαιδεύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
Η συμβολή του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στην ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας, της νομικής εκπαίδευσης και της σύγχρονης νομικής σκέψης

Η αποστολή ενός σύγχρονου Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών δεν εξαντλείται στη μετάδοση εξειδικευμένων γνώσεων ούτε στη συμπλήρωση της προπτυχιακής εκπαιδεύσεως. Στο επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών, ο βασικός σκοπός μετατοπίζεται από την εκμάθηση προς την παραγωγή γνώσεως. Ο μεταπτυχιακός φοιτητής δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως αποδέκτης επιστημονικών πληροφοριών αλλά ως ερευνητής, ο οποίος καλείται να συμμετάσχει ενεργά στη δημιουργία νέας επιστημονικής γνώσεως.

Η θεώρηση αυτή διαπερνά ολόκληρη τη φιλοσοφία του Προγράμματος «Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές». Ήδη στον καθορισμό του γνωστικού αντικειμένου και των σκοπών του, ο Κανονισμός αναδεικνύει την προαγωγή της γνώσεως και της έρευνας ως πρωταρχική επιδίωξη. Η μελέτη των βασικών ρευμάτων της νομικής θεωρίας, η εμβάθυνση στα ιστορικά, φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά θεμέλια του δικαίου, η ανάπτυξη πρωτότυπης έρευνας μέσω διεπιστημονικών μεθόδων, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψεως, η συμμετοχή των φοιτητών σε συνέδρια, ημερίδες και επιστημονικές δημοσιεύσεις, καθώς και η δημιουργία ερευνητικών ομάδων αποτελούν οργανικά στοιχεία της λειτουργίας του Προγράμματος.

Η συγκεκριμένη επιλογή παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία για τη θεωρητική κατεύθυνση του Π.Μ.Σ. Η Θεωρία Δικαίου είναι, από τη φύση της, ερευνητικό γνωστικό αντικείμενο. Δεν αρκείται στην περιγραφή του ισχύοντος δικαίου ούτε στην επανάληψη καθιερωμένων ερμηνειών. Η πρόοδος της επιστήμης επιτυγχάνεται μέσω της διατύπωσης νέων θεωρητικών προσεγγίσεων, της επανεξετάσεως παλαιών δογμάτων, της αξιοποιήσεως νέων μεθοδολογικών εργαλείων και της συνεχούς επικοινωνίας με τις υπόλοιπες κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.

Η ερευνητική αυτή διάσταση καθιστά το Π.Μ.Σ. ιδιαίτερα κατάλληλο ως προπαρασκευαστικό στάδιο για διδακτορικές σπουδές. Η εξοικείωση με τις πηγές, η ανάπτυξη μεθοδολογικής ακρίβειας, η κριτική επεξεργασία της βιβλιογραφίας, η σύνθεση διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων και η εκπόνηση πρωτότυπης μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας δημιουργούν το απαραίτητο υπόβαθρο για την παραγωγή διδακτορικής έρευνας υψηλού επιπέδου.

Ταυτόχρονα, η συμβολή του Προγράμματος υπερβαίνει τα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας. Η θεωρητική συγκρότηση που παρέχει επιτρέπει στους αποφοίτους να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη επιστημονική επάρκεια τα σύνθετα προβλήματα της σύγχρονης έννομης τάξεως. Η συνεχής εμφάνιση νέων κοινωνικών, τεχνολογικών και πολιτισμικών φαινομένων απαιτεί νομικούς επιστήμονες οι οποίοι δεν περιορίζονται στην εφαρμογή του θετικού δικαίου αλλά διαθέτουν την ικανότητα να ερμηνεύουν, να αξιολογούν και να επαναθεμελιώνουν θεωρητικά τους νομικούς θεσμούς.

Υπό αυτή την έννοια, η συμβολή του Προγράμματος στην ελληνική νομική επιστήμη είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, ενισχύει την ακαδημαϊκή έρευνα. Από την άλλη, καλλιεργεί μία νέα γενιά νομικών επιστημόνων που μπορούν να μεταφέρουν τη θεωρητική σκέψη στην καθημερινή λειτουργία της δικαιοσύνης, της δημόσιας διοικήσεως, της νομοθετικής διαδικασίας και της νομικής πράξεως.

Τελικά, το Πρόγραμμα συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας νομικής κουλτούρας, στο πλαίσιο της οποίας ο θεωρητικός στοχασμός και η πρακτική εφαρμογή δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως διακριτά ή ανταγωνιστικά πεδία, αλλά ως συμπληρωματικές διαστάσεις της νομικής επιστήμης. Μέσα από τη συνδυασμένη αξιοποίηση της ιστορικής κατανόησης, της φιλοσοφικής και μεθοδολογικής ανάλυσης, της κοινωνιολογικής προσέγγισης, του θρησκευτικού και κοσμοθεωρητικού πλουραλισμού και της επίγνωσης των τεχνολογικών εξελίξεων, το Πρόγραμμα διαμορφώνει επιστήμονες ικανούς να ανταποκρίνονται στις ολοένα και πιο σύνθετες απαιτήσεις των σύγχρονων εννόμων τάξεων, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη μελλοντική εξέλιξη της νομικής σκέψης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄
Η θέση του Προγράμματος στον ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο των θεωρητικών νομικών σπουδών

Η διεθνοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης έχει καταστήσει αναγκαία τη συγκριτική αξιολόγηση κάθε μεταπτυχιακού προγράμματος μέσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρόγραμμα «Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές» παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το καθιστούν απολύτως συμβατό με τις σύγχρονες τάσεις της διεθνούς νομικής εκπαίδευσης.

Κατ’ αρχάς, η επιλογή της Θεωρίας Δικαίου ως κεντρικού γνωστικού αντικειμένου ανταποκρίνεται στη διεθνή ανάπτυξη των προγραμμάτων Legal Theory, Legal Philosophy, Methodology of Law, Legal History, Socio-Legal Studies, Law and Religion or Belief, Law of Informatics, Jurisprudence, και Law and Society. Τα κορυφαία πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αναπτύσσουν πλέον αντίστοιχα προγράμματα που υπερβαίνουν τη στενή δογματική εξειδίκευση και προσεγγίζουν το δίκαιο ως πολύπλευρο επιστημονικό φαινόμενο.

Παράλληλα, η επιλογή της διεπιστημονικής οργανώσεως του Προγράμματος ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις της επιστημονικής έρευνας. Η ιστορία, η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία, η θρησκεία και η πληροφορική δεν αποτελούν πλέον εξωτερικές βοηθητικές επιστήμες της νομικής αλλά οργανικά στοιχεία της σύγχρονης θεωρίας του δικαίου.

Η συμβατότητα αυτή ενισχύεται και από τη δομή του ίδιου του Προγράμματος. Η οργάνωση σε τρία εξάμηνα, η συνολική απονομή ενενήντα πιστωτικών μονάδων ECTS, η έμφαση στη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία και η σύνδεση της διδασκαλίας με την έρευνα ανταποκρίνονται πλήρως στις αρχές του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και του συστήματος της Μπολόνια.

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει επίσης η διεθνής ονομασία του Προγράμματος, «Theory of Law and Interdisciplinary Legal Studies», η οποία αποδίδει με ακρίβεια το περιεχόμενο της παρεχόμενης μεταπτυχιακής εξειδικεύσεως και διευκολύνει την ακαδημαϊκή αναγνώριση των σπουδών σε διεθνές επίπεδο.

Από συγκριτική άποψη, η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα του Π.Μ.Σ. είναι ότι δεν περιορίζεται σε μία μόνο θεωρητική κατεύθυνση. Η Θεωρία Δικαίου προσεγγίζεται μέσα από πέντε διαφορετικά αλλά απολύτως συμπληρωματικά γνωστικά αντικείμενα, γεγονός που προσδίδει στο Πρόγραμμα ευρύτητα και επιστημονική ισορροπία. Η επιλογή αυτή επιτρέπει την ανάπτυξη ολοκληρωμένης θεωρητικής παιδείας, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο στην ακαδημαϊκή έρευνα όσο και στην επαγγελματική σταδιοδρομία.

Ακριβώς αυτή η συνθετική φυσιογνωμία καθιστά το Πρόγραμμα ιδιαίτερα επίκαιρο μέσα στις σύγχρονες εξελίξεις της διεθνούς νομικής επιστήμης. Η συνεχής αλληλεπίδραση του δικαίου με την τεχνολογία, την κοινωνία, την πολιτική, τον πολιτισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα καθιστά αναγκαία τη διαμόρφωση επιστημόνων που μπορούν να κινούνται με ευχέρεια μεταξύ διαφορετικών επιστημονικών πεδίων χωρίς να χάνουν τη συνοχή της νομικής μεθοδολογίας.

Η διεθνής προοπτική του Προγράμματος δεν περιορίζεται επομένως στην υιοθέτηση ευρωπαϊκών προτύπων οργανώσεως των σπουδών. Εκφράζεται κυρίως μέσω της ίδιας της επιστημονικής του φυσιογνωμίας, η οποία ενσωματώνει τις σημαντικότερες εξελίξεις της σύγχρονης θεωρίας του δικαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄
Η συνολική φυσιογνωμία της μεταπτυχιακής εξειδίκευσης του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών

Μετά την ανάλυση των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων και της εσωτερικής τους συνάφειας, καθίσταται πλέον δυνατή η συνολική αποτίμηση της μεταπτυχιακής εξειδίκευσης που παρέχει το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές» της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι το Πρόγραμμα δεν οργανώνεται γύρω από κάποιον επιμέρους κλάδο του θετικού δικαίου. Δεν αποβλέπει στην εις βάθος εμβάθυνση του αστικού, του ποινικού, του δημοσίου ή του διεθνούς δικαίου. Ο επιστημονικός του προσανατολισμός βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο: στο επίπεδο των θεωρητικών προϋποθέσεων της ίδιας της νομικής επιστήμης.

Η επιλογή αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερη επιστημολογική σημασία. Η νομική επιστήμη συγκροτείται πάντοτε σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των θετικών κανόνων δικαίου. Το δεύτερο αφορά την κατανόηση των εννοιών, των μεθόδων, των ιστορικών εξελίξεων, των κοινωνικών λειτουργιών και των αξιακών θεμελίων που καθιστούν δυνατή την ύπαρξη των ίδιων των κανόνων. Το συγκεκριμένο Π.Μ.Σ. τοποθετείται συνειδητά στο δεύτερο επίπεδο.

Η μεταπτυχιακή εξειδίκευση που παρέχεται δεν είναι, συνεπώς, επαγγελματική εξειδίκευση με τη στενή έννοια. Είναι ακαδημαϊκή και ερευνητική εξειδίκευση υψηλού επιπέδου, η οποία αποτελεί τη βάση μιας επαγγελματικής εξειδίκευσης και, σύμφωνα με τα διεθνώς ισχύοντα, υπερβαίνει και αναλύει – συνθέτει τις επιμέρους επαγγελματικές εξειδικεύσεις. Σκοπός της δεν είναι να δημιουργήσει ειδικούς αποκλειστικά σε έναν επιμέρους κλάδο της νομοθεσίας, αλλά να διαμορφώσει επιστήμονες με βαθιά θεωρητική συγκρότηση, ικανούς να προσεγγίζουν κάθε νομικό ζήτημα με ιστορική γνώση, φιλοσοφική σκέψη, κοινωνιολογική ευαισθησία, συγκριτική αντίληψη, μεθοδολογική ακρίβεια και επίγνωση των τεχνολογικών εξελίξεων.

Η επιλογή αυτή αντανακλάται και στην ίδια τη δομή του προγράμματος σπουδών. Τα πέντε γνωστικά αντικείμενα δεν παρουσιάζονται ως αυτόνομες κατευθύνσεις αλλά ως ισότιμοι επιστημονικοί πυλώνες ενός ενιαίου γνωστικού αντικειμένου. Ο Κανονισμός είναι απολύτως σαφής ως προς το σημείο αυτό. Αντικείμενο του Προγράμματος είναι η εξειδικευμένη καλλιέργεια του γνωστικού αντικειμένου «Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές», το οποίο περιλαμβάνει την Ιστορία του Δικαίου, τη Φιλοσοφία και Μεθοδολογία του Δικαίου, την Κοινωνιολογία του Δικαίου, το Εκκλησιαστικό Δίκαιο και το Δίκαιο και Πληροφορική. Η συστηματική εμβάθυνση πραγματοποιείται στο σύνολο αυτού του επιστημονικού πεδίου και όχι σε έναν μόνο από τους επιμέρους άξονές του.

Από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι ο Κανονισμός ορίζει ρητώς ότι «το Π.Μ.Σ. δεν έχει ειδικεύσεις» δεν συνιστά έλλειμμα αλλά συνειδητή επιστημονική επιλογή. Η εξειδίκευση δεν κατακερματίζεται σε επιμέρους κατευθύνσεις, διότι το αντικείμενο του Προγράμματος είναι κατ’ ουσίαν ενιαίο. Η Θεωρία του Δικαίου δεν μπορεί να διαιρεθεί σε ανεξάρτητες θεωρίες της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας ή της θρησκείας. Όλες αυτές οι επιστήμες συνεργάζονται για την κατανόηση του ίδιου του δικαίου ως σύνθετου κοινωνικού και κανονιστικού φαινομένου.

Από εκπαιδευτική άποψη, η συγκεκριμένη φυσιογνωμία προσφέρει ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα. Ο απόφοιτος δεν αποκτά περιορισμένες γνώσεις που συνδέονται αποκλειστικά με συγκεκριμένο επαγγελματικό αντικείμενο. Αντιθέτως, αποκτά θεωρητική ευρύτητα, η οποία του επιτρέπει να προσαρμόζεται στις συνεχώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της νομικής επιστήμης, της νομοθεσίας και της δικαστηριακής πρακτικής. Η θεωρητική παιδεία λειτουργεί έτσι ως σταθερό επιστημονικό υπόβαθρο, ανεξάρτητα από τις μεταβολές του θετικού δικαίου.

Η σημασία αυτής της επιλογής καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη στη σημερινή εποχή, κατά την οποία οι παραδοσιακές διακρίσεις μεταξύ των κλάδων της νομικής επιστήμης εμφανίζουν ολοένα και μεγαλύτερη σχετικότητα. Τα ζητήματα της τεχνολογίας, της βιοηθικής, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, της θρησκευτικής ελευθερίας, της πολυπολιτισμικότητας, της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν μέσα από μία μόνο δογματική οπτική. Απαιτούν θεωρητική σύνθεση, μεθοδολογική ευελιξία και διεπιστημονική σκέψη. Αυτές ακριβώς τις ικανότητες επιδιώκει να καλλιεργήσει το συγκεκριμένο Πρόγραμμα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Θεωρία Δικαίου ως χώρος συνάντησης των οριζόντιων νομικών επιστημών

Η Θεωρία του Δικαίου υπήρξε διαχρονικά το πεδίο μέσα στο οποίο η νομική επιστήμη αναστοχάζεται τον ίδιο της τον εαυτό. Δεν περιορίζεται στην ερμηνεία των κανόνων αλλά εξετάζει τις προϋποθέσεις της ύπαρξής τους, τις μεθόδους εφαρμογής τους, τις κοινωνικές λειτουργίες τους, την ιστορική τους εξέλιξη και τις αξίες που υπηρετούν. Για τον λόγο αυτόν αποτελεί τον φυσικό χώρο συνάντησης όλων των οριζόντιων νομικών επιστημών.

Το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αποτυπώνει με ιδιαίτερη συνέπεια αυτή τη θεώρηση. Η ενότητα της Ιστορίας του Δικαίου, της Φιλοσοφίας και Μεθοδολογίας του Δικαίου, της Κοινωνιολογίας του Δικαίου, του Εκκλησιαστικού Δικαίου και του Δικαίου και Πληροφορικής συγκροτεί μία ολοκληρωμένη θεωρητική προσέγγιση της νομικής επιστήμης, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της σύγχρονης ακαδημαϊκής έρευνας.

Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα στη διεθνή εξέλιξη της νομικής επιστήμης. Οι σύγχρονες κοινωνίες απαιτούν νομικούς επιστήμονες που δεν περιορίζονται στην εφαρμογή των θετικών κανόνων αλλά διαθέτουν ιστορική συνείδηση, φιλοσοφική συγκρότηση, κοινωνιολογική κατανόηση, γνώση της θρησκευτικής και κοσμοθεωρητικής πολυμορφίας και επίγνωση των επιπτώσεων της ψηφιακής τεχνολογίας στην έννομη τάξη. Το Πρόγραμμα ανταποκρίνεται ακριβώς σε αυτήν την απαίτηση.

Παράλληλα, η μεταπτυχιακή εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται ως απλή συνέχεια της προπτυχιακής διδασκαλίας αλλά ως στάδιο εισαγωγής του νέου επιστήμονα στην ακαδημαϊκή έρευνα. Η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, η καλλιέργεια της επιστημονικής μεθοδολογίας, η συμμετοχή σε ερευνητικές δραστηριότητες και η εκπόνηση πρωτότυπης μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας συνιστούν βασικά στοιχεία της φυσιογνωμίας του Προγράμματος και αναδεικνύουν τον ερευνητικό του προσανατολισμό.

Γενικά Συμπεράσματα

Η συνολική ανάλυση του Κανονισμού του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών επιτρέπει την εξαγωγή ορισμένων σαφών επιστημονικών συμπερασμάτων.

Πρώτον, το γνωστικό αντικείμενο του Προγράμματος είναι ενιαίο και προσδιορίζεται ως «Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές», το οποίο συγκροτείται από πέντε αλληλοσυμπληρούμενους επιστημονικούς πυλώνες: την Ιστορία του Δικαίου, τη Φιλοσοφία και Μεθοδολογία του Δικαίου, την Κοινωνιολογία του Δικαίου, το Εκκλησιαστικό Δίκαιο ή, υπό τη σύγχρονη ορολογία, το Δίκαιο της Θρησκείας και της Κοσμοθεωρίας, καθώς και το Δίκαιο και Πληροφορική.

Δεύτερον, το Πρόγραμμα δεν οργανώνεται σε επιμέρους κατευθύνσεις ούτε παρέχει διαφορετικές ειδικεύσεις ανά γνωστικό αντικείμενο. Αντιθέτως, παρέχει μία ενιαία μεταπτυχιακή εξειδίκευση υψηλού επιπέδου στη Θεωρία Δικαίου και στις Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές, γεγονός που αποτυπώνεται ρητώς και στον Κανονισμό λειτουργίας του.

Τρίτον, η μεταπτυχιακή εξειδίκευση που αποκτά ο απόφοιτος έχει πρωτίστως θεωρητικό, ερευνητικό και μεθοδολογικό χαρακτήρα. Σκοπός της είναι η ανάπτυξη επιστημόνων με ικανότητα σύνθεσης διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων, παραγωγής πρωτότυπης έρευνας και συμβολής στη θεωρητική εξέλιξη της νομικής επιστήμης.

Τέταρτον, η φυσιογνωμία του Προγράμματος ανταποκρίνεται πλήρως στις σύγχρονες εξελίξεις της διεθνούς νομικής εκπαίδευσης, όπου η Θεωρία Δικαίου και οι Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές αποτελούν πλέον βασικό χώρο ανάπτυξης της ακαδημαϊκής έρευνας και της προηγμένης μεταπτυχιακής εκπαίδευσης.

Τέλος, το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αναδεικνύεται ως ένα συνεκτικό και επιστημολογικά ολοκληρωμένο πρόγραμμα θεωρητικών νομικών σπουδών, το οποίο προσφέρει μία ενιαία, ολοκληρωμένη και υψηλού επιπέδου μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη Θεωρία Δικαίου και στις Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές, προετοιμάζοντας νομικούς επιστήμονες ικανούς να συμβάλουν ουσιαστικά τόσο στην ακαδημαϊκή έρευνα όσο και στη θεωρητική και θεσμική εξέλιξη της σύγχρονης έννομης τάξης.